Τα βλαστοκύτταρα είναι γενικού τύπου κύτταρα που μπορούν να ανανεώνονται και να μετατρέπονται σε εξειδικευμένα κύτταρα.

Με την βοήθεια των αιμοπεταλίων, τα βλαστοκύτταρα βοηθούν τα τραυματισμένα κύτταρα να αποκαταστήσουν τον τραυματισμό και την βλάβη στους ιστούς. Τα βλαστοκύτταρα χαρακτηρίζονται ως επισκευαστές του ανθρώπινου σώματος.

Ο συνήθως χρησιμοποιούμενος τύπος είναι τα αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα. Είναι αυτά που καθοδηγούν την αναγέννηση των ιστών. Έχουν το πλεονέκτημα ότι δεν μειώνονται με την πάροδο της ηλικίας.

Τα βλαστοκύτταρα διακρίνονται σε:

1. Μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα

Eίναι πανίσχυρα κύτταρα που διαφοροποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα κυττάρων, όπως οστεοβλάστες, χονδροκύτταρα, μυοβλάστες ( εικ. 1 ). Έχουν την διαφοροποιητική ικανότητα να σχηματίζουν οποιοδήποτε κύτταρο στο ανθρώπινο σώμα, καθιστώντας τις προοπτικές της Αναγεννητικής θεραπείας σχεδόν ανεξάντλητες.

Διαφοροποίηση μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων

Τα μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα έχουν την διαφοροποιητική ικανότητα να σχηματίζουν οποιοδήποτε κύτταρο στο ανθρώπινο σώμα

Τα μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα καταφθάνουν στην τραυματισμένη περιοχή με το αίμα. Αν η περιοχή αυτή έχει μειωμένη ροή αίματος, το φαινόμενο λέγεται ΥΠΟΞΙΑ (τένοντες, μηνίσκοι, αρθρώσεις ). Σε αυτές τις περιοχές το τραύμα δεν επουλώνεται μόνο του. Η μειωμένη ροή αίματος σημαίνει ότι το σώμα δεν αντιλαμβάνεται τον τραυματισμό. Ο τραυματισμός αυτός αντιμετωπίζεται με εμπλουτισμένο πλάσμα, το οποίο οδηγεί τα αιμοπετάλια στο να απελευθερώσουν αυξητικούς παράγοντες. Έτσι ενεργοποιείται ο οργανισμός και αποστέλλει βλαστοκύτταρα στην περιοχή. Τα βλαστοκύτταρα δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τις βλάβες μόνα τους, χρειάζονται την καθοδήγηση των αιμοπεταλίων. Τα μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα υπάρχουν στον μυελό των οστών, στο αίμα και στο λίπος.

Ένας από τους βασικότερους ρόλους των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων είναι η σημαντική μείωση που επιφέρουν στη φλεγμονή (ανοσορρύθμιση). Όταν η φλεγμονή υποχωρεί, τότε μπορεί να επιτευχθεί η αποκατάσταση.

 

2. Αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα

Υπάρχουν στο αίμα, το λίπος και τον μυελό των οστών. Έχουν τεράστια σημασία στο σχηματισμό αιμοφόρων αγγείων, τα οποία αποτελούν τη γραμμή τροφοδοσίας των ιστών.

Πλαστικότητα είναι η ικανότητα ενός τύπου βλαστοκυττάρων να μετατρέπεται σε έναν διαφορετικό τύπο βλαστοκυττάρων. Έτσι από ένα βλαστοκύτταρο που παράγει αιμοσφαίρια μπορεί  να παραχθεί βλαστοκύτταρο που παράγει χόνδρινο ιστό.

Αντίθετα με τα μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα, των οποίων ο αριθμός μειώνεται σημαντικά ανάλογα με την ηλικία, ο αριθμός των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων δεν επηρεάζεται από την πάροδο της ηλικίας.

Ο αριθμός των βλαστοκυττάρων με την πάροδο των ετών

Ο αριθμός των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων δεν επηρεάζεται από την πάροδο της ηλικίας

Η μείωση των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων στο μυελό των οστών με την πάροδο της ηλικίας, είναι ένα από τα αίτια της γήρανσης. Αντιθέτως,  ο αριθμός των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων του  λίπους παραμένει σχετικά σταθερός.

 

3. Μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα του λιπώδους ιστού

Ο λιπώδης ιστός περιέχει μεσεγχυματικά λιποκύτταρα, αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα και λιποκύτταρα. Τα μεσεγχυματικά λιποκύτταρα καταπολεμούν  την φλεγμονή και βοηθούν τα κύτταρα  να αυξηθούν σε αριθμό και να διαφοροποιηθούν σε ποικίλους τύπους ιστών. Ο λιπώδης ιστός είναι ιδανικός για την αναγέννηση των κυττάρων, καθώς διαθέτει τους απαραίτητους αυξητικούς παράγοντες και αναγεννητικά κύτταρα. Το λίπος λειτουργεί σαν τρισδιάστατη μήτρα.

Πλάσμα εμπλουτισμένο με αιμοπετάλια

Το εμπλουτισμένο με αιμοπετάλια πλάσμα (PRP), περιέχει αυξητικούς παράγοντες, υψηλές συγκεντρώσεις αιμοπεταλίων και δραστικές πρωτεΐνες που επιδρούν άμεσα στα βλαστοκύτταρα. Δίνουν εντολές στο σώμα να αποστείλει βλαστοκύτταρα στη περιοχή όπου υπάρχει βλάβη, να αναπαραχθούν και να ξεκινήσουν τη διαδικασία αποκατάστασης.

Τα αιμοπετάλια απελευθερώνουν πολυάριθμους αυξητικούς παράγοντες, που ρυθμίζουν όλες τις διαδικασίες αποκατάστασης του σώματος. Αυτοί οι αυξητικοί παράγοντες ονομάζονται κυτοκίνες. Αυτές δεσμεύονται στη μεμβράνη των κυττάρων και εκκινούν την σύνθεση DNA, την μίτωση και την αποκατάσταση των κυττάρων. Οι κυτοκίνες είναι σηματοδοτικά μόρια που χρησιμεύουν στην κυτταρική επικοινωνία.

Υπάρχουν «καλές» και «κακές» κυτοκίνες. Στην Οστεοαρθρίτιδα έχουμε τις κακές κυτοκίνες (Ιντερλευκίνη–1) που προκαλούν πόνο, οίδημα και κυτταρική καταστροφή. Μία σημαντική κυτοκίνη είναι ο ανταγωνιστής της Ιντερλευκίνης–1, που διακόπτει ή μεταβάλλει την φλεγμονώδη αντίδραση. Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες των μεσεγχυματικών κυττάρων.

Επίσης οι καλές κυτοκίνες συμβάλουν και στην ανάπλαση των ιστών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα θα πρέπει να τα διακόπτουν μερικές ημέρες πριν την έγχυση εμπλουτισμένου με αιμοπετάλια πλάσματος και για έναν έως τρεις μήνες μετά την έγχυση.